Θεραπεία υποτροπών ιγμορίτιδας

Αρχική » Αρθρογραφία » Θεραπεία υποτροπών ιγμορίτιδας


Η μεγάλη συχνότητα απομόνωσης αναεροβίων στην παρόξυνση της χρόνιας ιγμορίτιδας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή του θεραπευτικού σχήματος. Η σωστή επιλογή του αντιβιοτικού για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των φλεγμονών του ιγμορείου πρέπει να βασίζεται στην ακριβή αιτιολογική διάγνωση της λοίμωξης, καθώς μόνο έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες για την πλήρη εκρίζωση του λοιμογόνου παράγοντα. Βέβαια στην καθημερινή κλινική πρακτική τις περισσότερες φορές πιθανολογείται ο παθογόνος μικροοργανισμός με βάση τα στατιστικά δεδομένα ,χωρίς δηλαδή να γίνεται καλλιέργεια του εκκρίματος του ιγμορείου. Στη χορήγηση ενός αντιβιοτικού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το αντιμικροβιακό του φάσμα, η φαρμακοκινητική του, κατά πόσο δηλαδή πετυχαίνει θεραπευτικές  συγκεντρώσεις στην περιοχή της λοίμωξης, η συχνότητα και η βαρύτητα των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών και το κόστος του. Η ικανότητα ενός συγκεκριμένου αντιβιοτικού να επιτυγχάνει υψηλές συγκεντρώσεις στις κολπικές εκκρίσεις είναι ιδιαίτερα αξιολογήσιμη διότι έχουμε να κάνουμε με μια φλεγμονή που εντοπίζεται μέσα σε μια κλειστή κοιλότητα στην οποία εμποδίζεται ή καταργείται πλήρως η παροχέτευση. Το πoιό αντιβιοτικό είναι ικανότερο να διεισδύσει στο κολπικό έκκριμα μέσω ενός χαμηλού βαθμού αγγείωσης του βλεννογόνου ,που περιβάλλεται από οστό ,καθίσταται εξαιρετικής σημασίας για την αντιμετώπιση της λοίμωξης. Παρότι ,μάλιστα, θεωρητικά η νόσος εντοπίζεται στο βλεννογόνο κι όχι στις εκκρίσεις του ιγμορείου, είναι εξακριβωμένο ότι εάν το αντιβιοτικό ανέρχεται σε υψηλά επίπεδα στις εκκρίσεις , τότε παρουσιάζεται και στο βλεννογόνο σε ανάλογες συγκεντρώσεις. Εξάλλου, θα ήταν πρακτικά πολύ δύσκολη η λήψη ιστοτεμαχιδίων από τον κολπικό βλεννογόνο για φαρμακοκινητική μελέτη. Μία άλλη πρακτική δυσκολία είναι ότι συχνά κατά τη φάση της αναρρόφησης του εκκρίματος μετά την είσοδο του πλαστικού καθετήρα δια του τροκάρ ,εξαιτίας διαφόρων μικροτραυματισμών της περιοχής, το υλικό αναμιγνύετο με μικρή ποσότητα αίματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις και προκειμένου να μην υπάρξει αλλοίωση των αποτελεσμάτων της φαρμακοκινητικής μελέτης το δείγμα απερρίπτετο.
Για να είναι αποτελεσματικό ένα αντιβιοτικό σε μια περιοχή-στόχο, πρέπει απαραιτήτως η συγκέντρωση που επιτυγχάνει στην περιοχή να υπερβαίνει τις M.I.C (Ελάχιστη Ανασταλτική Συγκέντρωση) των συχνότερα ανευρισκόμενων παθογόνων. Έτσι στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει οι συγκεντρώσεις των αντιβιοτικών που χορηγούμε σε μια ιγμορίτιδα να είναι υψηλότερες των M.I.C των αεροβίων Str.pneumoniae, Staph.aureus, H.Influenzae, Staph.epidermidis, MoraxellaCatarrhalis , Str.Mitis, Pseudomonasκ.α. αλλά και των αναεροβίων Peptococcus, Peptostreptococcus, Propionibacterium, Veillonella, Bacteroidesfragilisκλπ. Στην παρούσα μελέτη τα επίπεδα τόσο της Μοξιφλοξασίνης, όσο και της Λεβοφλοξασίνης στο έκκριμα του ιγμορείου είναι σημαντικά ψηλότερα των M.I.C όλων των συνηθέστερα ευρισκόμενων παθογόνων της περιοχής. Το γεγονός αυτό καθιστά και τα δύο αντιβιοτικά ιδιαίτερα αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση των παροξύνσεων της χρόνιας ιγμορίτιδας. Πιο συγκεκριμένα, η Μοξιφλοξασίνη επιτυγχάνει μέσες συγκεντρώσεις στο έκκριμα του ιγμορείου που κυμαίνονται από      1,225    μg/ml η ελάχιστη (24η ώρα) έως     10,07 μg/ml (μέγιστη συγκέντρωση-Cmax την 6η ώρα).Αντίστοιχα η Λεβοφλοξασίνη πετυχαίνει μέσες συγκεντρώσεις από 0,305      μg/ml(ελάχιστη συγκέντρωση) την 24η ώρα    έως          13,17μg/ml(μέγιστη συγκέντρωση-Cmax) την 3η ώρα . Οι μέγιστες μεσες συγκεντρώσεις των δύο αντιβιοτικών στον ορό του αίματος ήταν για μεν τη Μοξιφλοξασίνη     7,42 μg/ml(3η ώρα) και για τη Λεβοφλοξασίνη      17,78 μg/ml.(6η ώρα)
Τόσο η Μοξιφλοξασίνη, όσο και η Λεβοφλοξασίνη επιτυγχάνουν πολύ υψηλές συγκεντρώσεις μέσα στα ιγμόρεια καλύπτοντας όχι μόνο τα κοινά παθογόνα της νόσου , αλλά και τα περισσότερα αναερόβια της χρόνιας ιγμορίτιδας.
Οι υψηλές συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται με τις φθοριοκινολόνες μέσα στα ιγμόρεια σε συνδυασμό με την αποτελεσματικότητά τους τόσο για τα αερόβια, όσο και για τα αναερόβια στελέχη τις καθιστούν ιδιαίτερα χρήσιμες στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων που είναι ανθεκτικές στα συνήθη θεραπευτικά σχήματα.
Επίσης η ιδιαίτερα καλή φαρμακοκινητική των κινολονών στο Ε.Ν.Υ μας παρέχει ένα πολύ δυνατό όπλο για την αντιμετώπιση των επιπλοκών της νόσου με ενδοκρανιακή επέκταση.
Ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα των φθοριοκινολονών σε σχέση με τα άλλα θεραπευτικά σχήματα είναι η εύκολη συμμόρφωση του ασθενούς ,καθώς απαιτείται μία και μοναδική δόση ημερησίως ,ενώ τα άλλα σχήματα περιλάμβαναν συνήθως δύο διαφορετικά αντιβιοτικά (πχ αμοξυκιλλίνη-κλαβουλανικό+ μετρονιδαζόλη)προκειμένου να καλυφθεί όλο το μικροβιακό φάσμα της χρόνιας κολπίτιδας.
Βέβαια, πρέπει να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη κάθε φορά που προτιθέμεθα να χορηγήσουμε μια νεότερη κινολόνη ότι αυτή αποτελεί το τελευταίο και πιο ισχυρό όπλο στη φαρέτρα των θεραπευτικών μας επιλογών και συνεπώς οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα φειδωλοί στη χρήση τους. Ασφαλώς και δεν πρέπει να αποτελούν την πρώτη μας θεραπευτική επιλογή και ιδιαίτερα στο πρώτο επεισόδιο μιας ιγμορίτιδας ,αλλά εκεί που τα συνήθη θεραπευτικά σχήματα αποτυγχάνουν αποτελούν μια εξαιρετικά αξιόπιστη  επιλογή.
Συνοπτικά, οι νεότερες κινολόνες του αναπνευστικού ,τόσο η Μοξιφλοξασίνη όσο κι η Λεβοφλοξασίνη, επιτυγχάνοντας ιδιαίτερα υψηλές στάθμες μέσα στα ιγμόρεια χαρακτηρίζονται σαν πολύτιμοι αντιμικροβιακοί παράγοντες και μια δραστική εφεδρική λύση στην αντιμετώπιση της παρόξυνσης της  χρόνιας ιγμορίτιδας.